Στις 16 Μάιου εγκαινιάστηκε η έκθεση «ενδιάμεσα»στην γκαλερί Σκουφά (η οποία συνεχίζεται έως και τις 8 Ιουνίου 2024), με έργα που έχει φιλοτεχνήσει ο Αντώνης Στάβερης.

Ο Στάβερης, που αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς καλλιτεχνικούς εκπροσώπους της γενιάς του, μέσα από τα ζωγραφικά του έργα παρουσιάζει το αστικό τοπίο – την ίδια την πόλη, όσο και τους ιδιωτικούς χώρους σε αυτήν. Φιλοτεχνεί οικείες σε αυτόν παραστάσεις και αξιοποιεί το χρώμα για να μας επικοινωνήσει το ιδιαίτερο βλέμμα του. Οι πινακές του μας “ξεναγούν” στις καθημερινές εικόνες που ξεχωρίζει, και επιλέγει να αποτυπώσει στους καμβάδες του.

Το CultureNow μίλησε με τον Αντώνη Στάβερη με αφορμή την έκθεση «ενδιάμεσα», με σκοπό να μας μυήσει στο έργο του.

***

– Πρόσφατα εγκαινιάστηκε η έκθεσή σας «ενδιάμεσα» στην γκαλερί Σκουφά. Ποιό ήταν το κριτήριο επιλογής των έργων που τη συνθέτουν; 

Τα έργα της έκθεσης είναι μια επιλογή των έργων που έκανα τα τελευταία 2-3 χρόνια, τα οποία συνθέτουν ένα προσωπικό ημερολόγιο. Καταγράφουν σκηνές της καθημερινότητας με οικεία πρόσωπα, φυτά εσωτερικού χώρου, αλλά και αστικά τοπία, όπως αυτό που βλέπω από το παράθυρο του εργαστηρίου συνδέοντας έτσι τον μέσα και τον έξω κόσμο.

-Ο τίτλος της έκθεσης πως συνδέεται με τα έργα της έκθεσης;

Ο τίτλος «ενδιάμεσα» προέκυψε σαν επακόλουθο των διαφορετικών κόσμων που υπάρχουν μέσα στα έργα, φτιαγμένα σε διαφορετικά μέρη, όπως το Βερολίνο και την Αθήνα, τοπία από αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και καποια ιδιαίτερα για μένα μέρη στον Ταύρο, όπου έχω το στούντιο τα τελευταία χρόνια.

– Πείτε μας περισσότερα και για την χρωματική παλέτα που συναντάμε σε αυτήν.

Στις προηγούμενες δύο εκθέσεις μου, με απασχολούσαν τα αστικά τοπία κυρίως της Αθήνας, μια πόλη την οποία γνωρίζω αρκετά καλά, έχοντας κάνει και πολλά έργα με αυτό το θέμα. Πολύ συχνά με νυχτερινά τοπία της πόλης, που το φως είναι τεχνητό και το χρώμα υποκύπτει στην αλληγορία των σκιών των κτιρίων, των φωτεινών επιγραφών και του νυχτερινού ουρανού. Τα καινούργια έργα είναι συνθέσεις που αναδεικνύεται το φυσικό φως και το χρώμα αποκτάει έτσι μια άλλη δυναμική. Η διέξοδος στο χρώμα είναι μια πρόκληση για κάθε ζωγράφο, ένα συναρπαστικό κομμάτι της ζωγραφικής  που αντλείται από την ίδια την παρατήρηση και την οπτική μελέτη της πραγματικότητας.

– Στην έκθεση «ενδιάμεσα» υπάρχει σταθερά το ανθρώπινο στοιχείο, ακόμα και όταν απουσιάζουν οι ανθρώπινες μορφές. Όπως με μια ανθισμένη γλάστρα, έναν περιστερώνα, ή ένα άδειο γήπεδο. Ο άνθρωπος αποτυπώνεται, ή κατά κάποιον τρόπο υπονοείται. Συμφωνείτε με αυτό;

Η ανθρώπινη παρουσία είναι υπαρκτή στα έργα μου, με την έννοια ότι ακόμη και αν ζωγραφίσω το στάδιο του Φωστήρα που βλέπω από το παράθυρό μου, αυτό  είναι αποτέλεσμα της παρέμβασης του ανθρώπου στο τοπίο.

Αυτή η ιδέα είναι κάτι που επιδρά στο έργο και ίσως να βάζει σε σκέψεις και τον θεατή.

– Τι ήταν αυτό που σας έκανε να στρέψετε το καλλιτεχνικό σας βλέμμα σε αυτό το στάδιο, και να αποφασίσετε να το ζωγραφίσετε; 

Συνέβη σταδιακά. Μετέφερα το στούντιο στον Ταύρο πριν τρία χρόνια περίπου και τα παράθυρα του εργαστηρίου είναι σχεδόν πάνω στο γήπεδο.

Στην αρχή αυτό λειτουργούσε απλώς σαν φόντο για τις συνθέσεις που ζωγράφιζα αλλά μετά άρχισα να παρατηρώ της εναλλαγές του φωτός και των χρωμάτων  στο άδειο γήπεδο αλλά και την δράση που υπάρχει σε αυτό και κάποια στιγμή πήρε την θέση του στον καμβά.

– Πώς ξεκινάτε να δουλεύετε ένα νέο έργο; Πείτε μας κάποια πράγματα για τη δημιουργική ρουτίνα σας.

Οι εμπειρίες που έχεις στην καθημερινότητα οι εικόνες που συναντάς, είναι αυτό που γίνεται τελικά το υλικό της τέχνης. Μπορεί να είναι κάτι ασήμαντο μια διαφήμιση που θα δεις στον δρόμο η μια άγνωστη φιγούρα που θα δεις στο καφέ αλλά αυτό μπορεί να γίνει αφορμή για τη σύνθεση ενός έργου.

Προσπαθώ να ξεκινάω νωρίς γιατί τα πράγματα φαίνονται το πρωί πιο εύκολα. Μου αρέσει επίσης να δουλεύω με φως ημέρας, φαίνονται καλύτερα τα χρώματα, βλέπεις καλύτερα αυτό που κάνεις. Μερικές φορές αν πάει καλά το έργο συνεχίζω να δουλεύω και την νύχτα.

– Υπήρξαν καλλιτέχνες που επηρέασαν την αισθητική και την προσέγγισή σας στην τέχνη;

Έτυχε να είχα δάσκαλο τον Δημήτρη Μυταρά και ήταν αυτός που μου έδειξε τον τρόπο να βλέπω ένα έργο, να βλέπω την ζωγραφική. Ήταν μια μοναδική εμπειρία γιατί περνάγαμε όλη μέρα μαζί, πηγαίναμε συχνά στο ατελιέ του μας έδειχνε τα έργα του, μας έδειχνε την συλλογή με τα κοχύλια. Κάναμε επίσης και πολλές εκδρομές στην ελλάδα και το εξωτερικό, πήγαμε για πρώτη φορά στη μπιενάλε Βενετίας, στο Παρίσι, μας έδειξε πολλά, από τον Τζιοτο μέχρι τον Μπέικον. Για έναν νέο σπουδαστή ήταν κάτι συναρπαστικό. Πολύ αργότερα πήγα ένα residency στο Παρίσι συνάντησα πολλούς καλλιτέχνες που με τον τρόπο τους με επηρέασαν σε αυτό που κάνω.  Είναι σημαντικό για έναν νέο καλλιτέχνη να μπορέσει να γνωρίσει από κοντά το έργο άλλων δημιουργών από άλλες χώρες, να καταλάβει πως ξεκίνησαν, με ποιες επιρροές και πως έπειτα μπήκαν σε μια ορισμένη τροχιά για να καταλήξουν σε κάτι. Είναι κάτι που δεν μπορείς να το κανείς από το διαδίκτυο. Είναι μέσα στα πλαίσια της δημιουργικής έρευνας να δεις το έργο σου με διαφορετική ματιά από μια άλλη σκοπιά να εκτεθεί σε ένα άλλο κοινό.

– Τι ήταν αυτό που σας ώθησε στη ζωγραφική;

Ζωγράφιζα από πολύ μικρός, κάτι δηλαδή πολύ φυσιολογικό, διότι όλα τα παιδιά ζωγραφίζουν. Αλλά συνέχισα να το κάνω και μετά την ηλικία των 15 περίπου που τα παιδιά αρχίζουν συνήθως να στρέφουν το ενδιαφέρον σε αλλά πράγματα.  Αυτό συνέχισε μέχρι το λύκειο όπου η καθηγήτρια που μας έκανε το μάθημα των καλλιτεχνικών ήταν απόφοιτος της ΑΣΚΤ και εκεί γνώρισα την ύπαρξη της Καλών Τεχνών. Αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο γιατί ενώ δεν είχα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τα υπόλοιπα μαθήματα αυτό μου έδωσε έναν στόχο και αμέσως άρχισα να σχεδιάζω για να μπω στη σχολή.

Θυμάμαι ήταν η πρώτη φορά που έκανα κάτι με τόση αφοσίωση, καταλάβαινα ότι αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό για μένα, κάτι που με αφορά.

Διαβάστε επίσης:

Αντώνης Στάβερης – ενδιάμεσα: Έκθεση στην γκαλερί Σκουφά