Ο δημιουργός της Δευτέρας παρουσίας στην Καπέλα Σιστίνα, ο συγγραφέας των πανέμορφων σονέτων, ο εμπνευστής και ιθύνων νους της περίφημης Πιετά και του εμβληματικού Δαβίδ και εμπνευσμένος ποιητής Μιχαήλ Άγγελος μας παρουσιάζεται μέσα από τους στίχους του και μέσα από τις επιστολές του στον Πάπα καθώς και μέσα από ένα λιμπρέτο για όπερα. Ο αναγνώστης έχει τη μοναδική δυνατότητα να γνωρίσει τον Μιχαήλ Άγγελο σε όλες του τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις χαράς και λύπης, μια εναλλαγή συναισθημάτων που μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πάθος και την ένταση σε μια δύσκολη συγκυρία για τον ίδιο. Είναι ένας καλλιτέχνης πάνω από όλα, ένας δημιουργός που είναι ταγμένος στην τέχνη της γλυπτικής και το γεγονός πως τον καλούν να φιλοτεχνήσει την Καπέλα Σιστίνα του προκαλεί δέος και αντίδραση για το αν θα τα καταφέρει. Πάνω στις σκαλωσιές θα περάσει ώρες ατελείωτες με πόνο, κούραση, εξάντληση και με κίνδυνο της ζωής του. Είναι εκείνος αντιμέτωπος με το θείο, το οποίο θέλει να αποδώσει.
Ένας μοναχικός, ακούραστος και φιλόδοξος δημιουργός που άφησε αέναο αποτύπωμα
Πρόκειται για ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο, μια εργασία που δεν έχει ωράριο και είναι κάτι που φέρνει εις πέρας με πολύ κόπο και ιδρώτα ώστε να μπορέσουμε εμείς σήμερα να θαυμάζουμε αυτό το δημιούργημα μέσα σε ένα κλίμα έκστασης καθώς βρισκόμαστε σε αυτή την αίθουσα περιστοιχισμένοι από τις εκπάγλου ομορφιάς ζωγραφικές επιφάνειες. Γράφει λοιπόν ο ίδιος με συναισθηματική φόρτιση: «Η σάρκα εμπρός μου πέφτει και σουφρώνει,/και πίσω μου, όπως τρούλος που τεντώνει,/λες και είμαι αψίδα της Συρίας λυγίζω./Κι έτσι από τη σκέψη η κρίση/αλλόκοτη και σφαλερή αναβλύζει -/κάννη στραβή το βόλι χαραμίζει./Να που ‘χω καταντήσει,/για φούντο πάει της τέχνης μου το σκάφος…/Τι θέλω εδώ; Δεν κάνω για ζωγράφος». Αντιλαμβάνεται ο καθένας πως βρίσκεται αντιμέτωπος με μια απόγνωση και μια απογοήτευση και στον μοναχικό αυτό δρόμο μοιάζει να είναι εντελώς μόνος χωρίς το παραμικρό απάγκιο.
Ο Κώστας Κουτσουρέλης, ο οποίος έχει αναλάβει το εξαιρετικό έργο της μετάφρασης και στον οποίο ανήκουν και οι σημειώσεις, είναι ο δημιουργός του λιμπρέτου – ο Φίλιππος Τσαλαχούρης επιμελήθηκε τη μουσική – στην όπερα που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Μουσείο Μπενάκη και είναι αφιερωμένη στο πρόσωπο του Μιχαήλ Αγγέλου, ενός Άγιου της τέχνης. Στο λιμπρέτο μπορεί ο αναγνώστης να διακρίνει τις συνεχόμενες δοκιμασίες του δημιουργού που αμφισβητεί τον εαυτό του ενώ παλεύει με τους δαίμονές του. Εμφανίζεται σχεδόν διαλυμένος από το βάρος της εργασίας που έχει αναλάβει, ένα βάρος δυσανάλογο των δυνάμεών του σε σημείο να αναφέρει ο ίδιος πως «πρήστηκαν απ’ τα πάθη τα λαιμά μου,/όπως απ’το πολύ νερό οι γάτες/που σεργιανούν στης Λομβαρδίας τις στράτες,/και έφτασε το πιγούνι ως την κοιλιά μου./Κρέμεται Άρπυια φτερωτή το σώμα,/τα γένια ανάστροφα, στον σβέρκο ο νους μου,/και στάζοντας βροχή στους οφθαλμούς μου/απλώνει το πινέλλο μου το χρώμα».
Σε ένα άλλο επεισόδιο της ζωής του κάποιον καιρό πριν και συνέπεια των όσων περιγράφει με τόση γλαφυρότητα τόσο στην ποίησή του όσο και στις επιστολές του εμφανίζεται διωγμένος από τον τόπο του την Ιταλία και τη Ρώμη όπου ο Πάπας αρνήθηκε να τον δει ο Μιχαήλ Άγγελος μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη προσκεκλημένος από τον Σουλτάνο να αναλάβει ένα μεγαλειώδες εγχείρημα, τον σχεδιασμό και την κατασκευή μιας επιβλητικής γέφυρας στον Κεράτιο Κόλπο. Είναι για τον ίδιο μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποδείξει πως το έργο του και η φήμη του ως καλλιτέχνη έχει γίνει γνωστή στα πέρατα του κόσμου, στους αλλόθρησκους εν προκειμένω. Είναι μια μοναδική διαφυγή από το επιθετικό και εχθρικό ως προς εκείνον περιβάλλον της αυλής του Πάπα, ο οποίος τον περιφρονεί και τον παραγκωνίζει δίχως λόγο ενώ του οφείλει χρήματα. Αυτή η δυσμένεια δεν θα τον πτοήσει καθόλου όταν λαμβάνει το γράμμα που του ανοίγει την θύρα της αναγνώρισης, όχι μόνο ως ζωγράφου και γλύπτη αλλά και ως αρχιτέκτονα.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Αυτό το επεισόδιο είναι χαρακτηριστικό της απογοήτευσης που τον είχε καταβάλει πριν προβεί στη Ρώμη για το έργο της Καπέλα Σιστίνα όπου ο ίδιος αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι και όπως αναφέρει στον πρόλογο της έκδοσης ο Κώστας Κουτσουρέλης. «…Η θεμελίωση του Αγίου Πέτρου, η Καπέλα Σιστίνα, οι Αίθουσες του Αποστολικού Μεγάρου στο Βατικανό, με δύο λόγια ό,τι συνιστά την κορύφωση της ιταλικής Αναγέννησης υπήρξε και δικό του κατόρθωμα. Για τα φιλόδοξα σχέδιά του, δεν δίστασε να επιστρατεύσει όλα τα μέσα: κατεδαφίσεις κτιρίων, ανασχεδιάσεις πλατειών, χαράξεις νέων οδών. Οι Ρωμαίοι της εποχής θα τον πουν για όλα αυτά «τρομερό». Σίγουρα υπήρξε πρωτοπόρος για την εποχή του, μια ζωγραφική διάνοια το μέγεθος της οποίας και την αίγλη της οποίας δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν εις βάθος οι θρησκευτικοί ταγοί της εποχής. Ο Μιχαήλ Άγγελος ξεπέρασε το ανθρώπινο και άγγιξε το θείο, τα έργα του μιλάνε από μόνα τους όπως και τα θεσπέσια και τόσο εμπνευσμένα ποιήματά του που αποπνέουν έναν ρομαντισμό πριν ακόμα εμφανιστεί το κίνημα τον 19ο αιώνα.
«Ζω με τον θάνατό μου. Κι όμως, κρίνω/ζω ευτυχισμένος με τη δυστυχία./Όποιος δεν ξέρει τι θα πει αγωνία/κι αυτός στη φλόγα θα καεί όπου σβήνω». Ο Μιχαήλ Άγγελος παλεύει όμως και με τα όνειρά του, την αποστολή του, την τελειομανία του, αυτός ο ζηλωτής που πασχίζει με αίμα και ιδρώτα να φέρει εις πέρας αυτό που του έχουν αναθέσει δίχως την παραμικρή έκπτωση στη διάθεσή του και στην προσφορά του. Επιθυμεί να τεθεί εξ’ ολοκλήρου πάνω στο μελάνι και το χαρτί, να καταθέσει την ψυχή του στην Καπέλα Σιστίνα, η ζωγραφική της οποίας λίγο έλειψε να του κοστίσει την ίδια του τη ζωή. Κοιμάται και ξυπνάει, βλέπει εφιάλτες και βασανίζεται εντός του για να πετύχει τον στόχο του, μάχεται σαν στρατιώτης στη δική του μάχη και στον δικό του πόλεμο για αναγνώριση ενός έργου που τελικά θα μείνει στην αιωνιότητα και εκείνου το όνομα θα γραφτεί στην ιστορία της τέχνης ως ένας εκ των κορυφαίων όλων των εποχών.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Mιχαήλ Άγγελος στη Ρώμη»
«Ω νύχτα, σκοτεινή κι όμως μειλίχια ώρα,/στην αγκαλιά σου κάθε έγνοια μου γαληνεύει,/καλά σε ξέρει όποιος σ’αινεί και σε λατρεύει/κι αυτός που σε τιμά ζεις στης σοφίας σου τη χώρα»
Διαβάστε επίσης:
Ο Μιχαήλ Άγγελος στη Ρώμη: Αφήγηση για τη συνάντηση δύο αντρών