Το έργο

Κατά τον Albert Guerard, το Υπόγειο του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, γραμμένο το 1864, αποτελεί δείγμα «μεγάλου φιλοσοφικού ενδιαφέροντος» (176), καθώς παρουσιάζει τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του ήρωα, οι οποίες συχνά προέρχονται από τις ιδεολογικές –επαναστατικές ως επί το πλείστον– και κοινωνικές του τοποθετήσεις. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, ο συγγραφέας θέτει στο επίκεντρο τον, ανώνυμο, ήρωά του προκειμένου να εξετάσει και να αναλύσει τις κρατούσες κοινωνικές-πνευματικές συνθήκες της εποχής στη Ρωσία, καθώς και τους ανθρώπους της.

Το κείμενο, χωρισμένο σε δύο μέρη, παρουσιάζει αρχικά τον ήρωα στην ηλικία των σαράντα ετών, στη δεκαετία του 1860, και στη συνέχεια αναφέρεται στη δεκαετία του 1840, όταν ο ήρωας ήταν είκοσι ετών. Ο Ντοστογιέφσκι δεν προσφέρει πολλές πληροφορίες αναφορικά με τη ζωή του ήρωά του. Αναφέρει ότι παλαιότερα δούλευε ως υπάλληλος, αλλά πλέον έχει παραιτηθεί και τώρα ζει από μια κληρονομιά που του άφησε κάποιος συγγενής του. Ορφανός από μικρός, μεγάλωσε χωρίς στοργή, με μακρινούς συγγενείς. Μεσήλικας πια, όταν αρχίζει η ιστορία, νοσταλγεί την οικογενειακή θαλπωρή την οποία δεν γεύτηκε ποτέ, καταγράφοντας την απόλυτα μοναχική ζωή του στο ημερολόγιό του. Η απουσία αγάπης και τρυφερότητας δεν τον στοιχειώνει απλώς στην τωρινή του ζωή, αλλά τον καταδιώκει διαχρονικά. Εκεί οφείλεται επίσης η πικρία και ο κυνισμός που επιδεικνύει σε όλες τις εκφάνσεις της ενήλικης ζωής του, τόσο με φίλους και παλιούς συμμαθητές, όσο και στην επαγγελματική του διαδρομή ως τυραννικός δημόσιος υπάλληλος. Η ιστορία αρχίζει με τον ήρωα σε μια ωμά ειλικρινή ομολογία, «Είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος… Είμαι ένας εμπαθής άνθρωπος. Είμαι ένας αντιπαθητικός άνθρωπος». Προσπαθώντας να προστατεύσει τον εαυτό του, απομονώνεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, επιλέγοντας τη μοναχικότητα από την ανθρώπινη επαφή, η οποία τον πληγώνει. Οι ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται, στην πλειονότητά τους, από υποκρισία και συμφέρον, είναι αυτές που του εγείρουν εκδικητικά συναισθήματα έναντι των συνανθρώπων του. Η μοναδική φορά που ο ήρωας εμφανίζει μια άλλη πλευρά του είναι όταν συναντάει, σε έναν οίκο ανοχής, τη Λίζα, μια νεαρή ιερόδουλη. Η Λίζα του ξυπνάει την, από καιρό κοιμισμένη, επιθυμία του για τρυφερότητα και οικογενειακή θαλπωρή.

Η παράσταση

Η Λίλλυ Μελεμέ σκηνοθέτησε το κείμενο του Ρώσου λογοτέχνη τοποθετώντας στο επίκεντρο τον ήρωα, ενώ παράλληλα έπλεξε γύρω του ένα γαϊτανάκι ανθρώπινων συμπεριφορών, που ανέδειξαν τη φύση, αλλά και το ρόλο του πρωταγωνιστή. Παράλληλα, απέδωσε με ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια και συνέπεια την ατμόσφαιρα της Ρωσικής κοινωνίας των τελών του 19ου αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, τοποθέτησε τη δράση στο κέντρο της σκηνής, αλλά εκμεταλλεύτηκε επίσης το σύνολο του υπόλοιπου σκηνικού χώρου, δημιουργώντας εστίες δράσης, στις οποίες αναπαρέστησε διαφορετικές πτυχές της ζωής στη Ρωσία. Ως αποτέλεσμα, ζωντάνεψε σκηνοθετικά η τσαρική Ρωσία των τελών του 19ου αιώνα, με τους επαίτες και τις πόρνες, με τα ορφανά και τους αλήτες. Σε αυτό τον τόσο ενδιαφέροντα σκηνοθετικό καμβά η Λ. Μελεμέ εναρμόνισε τον ήρωα της ιστορίας με την ατμόσφαιρα της Ντοστογιεφσκικής γραφής.

Οι Ηθοποιοί

Ο Κώστας Βασαρδάνης απέδωσε με μοναδική υποκριτική δεινότητα το ρόλο του Ήρωα. Παράφορος, άλλοτε ξεχειλίζοντας κυνισμό και άλλοτε βυθισμένος στο λυρισμό του, απέδωσε τα μύχια συναισθήματα, καθώς και τις σκέψεις ενός  ήρωα που βασανίζεται από τον εαυτό του, αλλά και από το περιβάλλον του. Έπλασε έτσι με απόλυτη επιτυχία ένα πορτρέτο του Ντοστογιεφσκικού ήρωα που έμοιαζε να ξεπηδάει από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Πολύ καλός ο Βαγγέλης Σαλευρής, ειδικά ως Σιμόνοφ, αποδίδοντας με γλαφυρότητα και ρεαλισμό την ανηθικότητα, αλλά και τον ναρκισσισμό των Ρώσων αξιοματούχων της εποχής. Καλοί επίσης ο Γιώργος Μπανταδάκης ειδικά ως Ζβερκώφ, Νάσος Φριγγής και Χρήστος Δεστούνης. Εξίσου καλές οι Ηλέκτρα Θεολόγη και Βασιλική Κούλη, τόσο υποκριτικά, όσο και στα μελωδικά κομμάτια τα οποία ερμήνευσαν. Τέλος, η Κατερίνα Μίχου ξεχώρισε στο δεύτερο μέρος ως Λίζα.

Οι Συντελεστές

Η θεατρική διασκευή (Ηλέκτρα Θεολόγη) προσέδωσε αέρα θεατρικότητας στο κείμενο, το οποίο έγινε επίσης πιο ευσύνοπτο. Ιδιαίτερης δραματουργικής σημασίας το εξαιρετικό σκηνικό (Εμμανουήλ Νικόλαος Συμιακάκης). Λειτουργικό, με έντονη μετωνυμική σημασία, άλλοτε μεταμορφωνόταν σε ταπετσαρία δωματίου, άλλοτε στο υπόγειο όπου έμενε ο ήρωας και άλλοτε σε εστιατόριο ή σε δρόμο. Παράλληλα, παρέπεμπε στον δαιδαλώδη νου του ήρωα, όπως χαρακτηριστικά στην τελευταία σκηνή, όπου ο ήρωας, πλαισιωμένος από τον καλό και τον κακό του άγγελο προσπαθεί να σκεφτεί νηφάλια. Εξίσου ιδιαίτερα, συμβολικά και πλούσια τα κοστούμια της παράστασης (Πελαγία Βουτζουλίδου), όπως το παλτό του ήρωα, το οποίο αποκτάει σημειολογική λειτουργία. Στα πολύ θετικά της παράστασης η πρωτότυπη μουσική, καθώς και τα τραγούδια (Ηλέκτρα Θεολόγη – Andrea Libero Cito), καθώς επίσης οι φωτισμοί (Βαγγέλης Κάνδιας), οι οποίοι πέτυχαν να δημιουργήσουν ατμόσφαιρες, αλλά και να αναδείξουν και να υπογραμμίσουν στοιχεία της δράσης. Τέλος, οι πολύ καλά χορογραφημένες κινήσεις των ηθοποιών (Χριστίνα Βασιλοπούλου) συχνά δημιούργησαν tableaux-vivant, αποτυπώνοντας τόσο την εξαθλίωση, όσο και τη φαυλότητα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου της Ρωσίας των τελών του 19ου αιώνα.

Εν κατακλείδι

Πρόκειται για μια άρτια παράσταση η οποία μεταφέρει υποδειγματικά το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι. Η σκηνοθετική ευφυία της Λίλλυς Μελεμέ πέτυχε τόσο να ζωντανέψει σκηνικά την τσαρική Ρωσία των τελών του προπερασμένου αιώνα, όσο και να δημιουργήσει μια ιδιαίτερη θεατρική αίσθηση. Συνολικά, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεατρική εμπειρία, καθώς αφενός, συστήνει στο κοινό ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι και αφετέρου, αναβιώνει παραστασιακά μια ολόκληρη εποχή και ένας λαός με τα ήθη, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής του.

Photo Credit: Λίνα Οικονόμου

Διαβάστε επίσης:

Παντβάλ – Μια λοξή ματιά στο Υπόγειο, του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ στο Θέατρο Art63
Ηλέκτρα Θεολόγη: Στο «Παντβάλ*» δε φοβηθήκαμε το θέμα της επιληψίας