Σκηνικοί Αντικατοπτρισμοί και οι «Δούλες» στο θέατρο Αποθήκη | Κριτική

Ο Γιώργος Σκεύας ανέβασε τις Δούλες του Ζαν Ζενέ παραδίδοντας στο κοινό μια άρτια και άκρως ενδιαφέρουσα παράσταση. 

Το έργο

Οι Δούλες του Ζαν Ζενέ, γραμμένες το 1947, μετουσιώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο την αντίληψη, την διάνοια αλλά και τα βιώματα του συγγραφέα τους σχετικά με το άτομο, τον εαυτό του, αλλά και την κοινωνία. Το έργο ξεκινάει και επί σκηνής εμφανίζονται η Κυρία με την υπηρέτριά της, την Κλερ. Η, εξ αρχής, απαξιωτική, εριστική και προσβλητική Κυρία αντιμετωπίζει με διαρκή απέχθεια την πιστή της υπηρέτρια. Η Κλερ, υποτακτική στην αρχή, σταδιακά αρχίζει να χειραγωγεί και να αυθαδιάζει στην Κυρία της. Μέχρι που έξαφνα, η Κυρία χαστουκίζει την Κλερ, ενώ ακούγεται ο ήχος από ένα ξυπνητήρι και όλα αλλάζουν: η Κυρία δεν είναι η Κυρία αλλά είναι η Κλερ, ενώ η Κλερ δεν είναι η Κλερ αλλά είναι η επίσης υπηρέτρια και αδελφή της Κλερ, η Σολάνζ. Οι δυο γυναίκες, οι οποίες παίζουν το παιχνίδι της Κυρίας και της υπηρέτριας, επανέρχονται, με τον χτύπο από το ξυπνητήρι, στην «αληθινή» τους ζωή. Τακτοποιούν τον χώρο και τα αντικείμενα, αφού η αληθινή Κυρία πρόκειται να επιστρέψει από στιγμή σε στιγμή. Οι δυο υπηρέτριες έχουν οδηγήσει, εν αγνοία του προς το παρόν, τον Κύριό τους στη φυλακή. Επόμενος στόχος τους είναι να δηλητηριάσουν την Κυρία τους. Ενώ όμως είναι έτοιμες να της δώσουν να πιει το δηλητηριασμένο τσάι, η Κυρία μαθαίνει, κατά λάθος, ότι ο Κύριος αποφυλακίστηκε και είναι ελεύθερος. Τρομοκρατημένες οι δυο γυναίκες από αυτή την εξέλιξη, αντιμετωπίζουν το βέβαιο σχεδόν ενδεχόμενο της φυλάκισής τους. Η Κλερ ενδύεται εκ νέου τα ρούχα και το ρόλο της Κυρίας και ολοκληρώνει αυτό που άφησε εκείνη μισό: πίνει το τσάι με το δηλητήριο, αφού πρώτα θυμίζει στην αδελφή της ότι στο εξής θα την κουβαλάει παντού μαζί της. 

Η σκηνοθεσία

Κατά τον Μάρτιν Έσσλιν, ο Ζ. Ζενέ θεωρούσε ότι ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του μέσα από πολλαπλούς αντικατοπτρισμούς του εαυτού του, ενώ παράλληλα προσπαθεί να επικοινωνήσει με τους άλλους. Οι επάλληλοι και διαφορετικοί αυτοί αντικατοπτρισμοί αποτέλεσαν και την θεμέλιο λίθο της σκηνοθεσίας του Γιώργου Σκεύα. Ήδη, πριν την έναρξη της παράστασης, το αχνά φωτισμένο σκηνικό, που απεικονίζει έναν αναγεννησιακό πίνακα, λειτουργεί δηλωτικά της σκηνοθετικής πρόθεσης. Στον πίνακα, ο οποίος αποτελεί αντίγραφο της «Αναγνώστριας μυθιστορήματος» του αναγεννησιακού ζωγράφου, Αντουάν Ζοσέφ Βίερτς, κυριαρχεί η φιγούρα μιας νέας, γυμνής γυναίκας, η οποία, ξαπλωμένη ανάσκελα, διαβάζει ένα βιβλίο. Αριστερά της υπάρχουν πολλά ακόμα βιβλία, τα οποία προσπαθεί να πιάσει μια άλλη κοπέλα που είναι γονατισμένη και κρυμμένη στο πάτωμα, ενώ δεξιά της υπάρχει ένας καθρέπτης που αντικατοπτρίζει το είδωλο της κεντρικής φιγούρας. Το καθρέφτισμα της γυμνής κοπέλας και η ηδονοβλεπτική στάση της άλλης γυναίκας που προσπαθεί να της υφαρπάξει τα βιβλία της, θα αποτελέσουν τα βασικά σημεία της παράστασης.

Ο σκηνοθέτης, μπροστά από τον πίνακα-σκηνικό τοποθέτησε ένα πλαίσιο κορνίζας, το οποίο άλλοτε λειτουργούσε ως καθρέφτης στον οποίο καθρεφτίζονταν οι γυναίκες και άλλοτε γινόταν και πάλι κορνίζα μεταμορφώνοντας τις ηρωίδες σε αντικείμενα θέασης. Παράλληλα, ο Γιώργος Σκεύας δεν περιόρισε τη δράση στο χώρο της σκηνής, αλλά την μετέφερε επίσης στο διάδρομο (μεταξύ των θεατών). Έτσι, αφενός οι τρεις ηρωίδες ενώθηκαν με το κοινό, δηλώνοντας ότι θα μπορούσαν να είναι οποιοσδήποτε από τους θεατές. Αφετέρου, η εναλλαγή των ηθοποιών με τους θεατές και αντιστρόφως, δημιούργησε ένα ενδιαφέρον σημειολογικό σχήμα, στο οποίο ο θεατής γίνεται αντικείμενο θέασης και τανάπαλιν, παίζοντας έτσι με τον κοινωνικό αντικατοπτρισμό που απασχόλησε τον συγγραφέα. Ταυτόχρονα, ο σκηνοθέτης πέτυχε την διατάραξη της θεατρικής ψευδαίσθησης, της οποίας άλλωστε ουδέποτε υπήρξε υπέρμαχος ο Ζενέ. 

Ο Γιώργος Σκεύας όμως δεν περιορίστηκε στο παιχνίδι των αντικατοπτρισμών. Προσέδωσε επίσης σαφή κοινωνική διάσταση στην παράσταση, εμφανίζοντας την Κυρία εξ αρχής υποψιασμένη και καχύποπτη απέναντι στην Κλερ και την Σολάνζ, απλώς και μόνον επειδή είναι υπηρέτριες, άρα κατώτερα κοινωνικά όντα. Η κοινωνική διάσταση του έργου αποδόθηκε με μαεστρία από τον σκηνοθέτη, ο οποίος έδειξε πολύ γλαφυρά την διάσταση ανάμεσα στην πλούσια και «ελεήμονα» Κυρία και στις απεχθείς υπηρέτριες της. 

Photo Credit: Εβίτα Σκουρλέτη

Οι ηθοποιοί

Η καταλυτική παρουσία της Κυρίας της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου δημιούργησε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι δύο υπηρέτριες. Αλαζονική, φιλεύσπλαχνη με τα περισσεύματα, αλλά και ειρωνική, η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου παίζει με όλα της τα εκφραστικά μέσα αποδίδοντας μια Κυρία που καταδεικνύει την έπαρση και την αδιαφορία της μεγαλοαστικής τάξης. Η Σολάνζ της Αγγελικής Παπαθεμελή ισορροπεί ανάμεσα στην απέχθεια για την υποκριτική φιλευσπλαχνία της Κυρίας και στην σιχαμάρα για την απέλπιδα μοίρα της αδελφής της, αλλά και την δική της. Ικανή να μετατραπεί σε σατράπη, όταν της το επιτρέπουν οι συνθήκες, οικτίρει τη μοίρα τους που την υποχρεώνει να ζει με σκυμμένο το κεφάλι. Τέλος, η Κλερ της Αμαλίας Καβάλη σχοινοβατεί ανάμεσα στον απόλυτο έρωτα και τον απόλυτο φθόνο για την τύχη της Κυρίας της, ενώ παράλληλα απεχθάνεται ακόμα και τον ίδιο της τον εαυτό. Η Κλερ της Αμαλίας Καβάλη είναι παγιδευμένη στη μοίρα της, αδυνατώντας να απολαύσει τα νιάτα και την ομορφιά της, ενώ επιθυμεί τα όμορφα φορέματα και τη ζωή της Κυρίας. 

Υπόλοιποι συντελεστές

Μολονότι η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη είναι καλή αποδίδοντας, σε γενικές γραμμές, το πνεύμα και το νόημα του συγγραφέα, ωστόσο συχνά γίνεται πιο ωμή και κυνική από την πρωτότυπη γραφή του Ζ. Ζενέ, στοιχείο αχρείαστο αφού η σκληρότητα αυτή αναβλύζει μέσα από την κατάσταση. 

Ο σκηνοθέτης επιμελήθηκε επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια αποδίδοντας στο ακέραιο το ολοκληρωμένο και συνεπές όραμά του για το έργο. Τα σκηνικά, ακολουθώντας τις οδηγίες του Ζ. Ζενέ, αποπνέουν αέρα αναγεννησιακού ρυθμού, ενώ τα κοστούμια φέρουν έντονα την ταυτότητα της γαλλικής κουλτούρας. Κυριαρχεί σκηνικά ο πίνακας του Βίερτς, ο οποίος με τους καίριους θεατρικά και τόσο ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Βαγγέλης Μούντριχας) χρησιμοποιείται άλλοτε σαν φόντο και άλλοτε σαν τουλπάνι-κουρτίνα πίσω από το οποίο ξεπροβάλλουν οι γυναικείες μορφές του έργου. 

Εν κατακλείδι

Οι Δούλες του Γιώργου Σκεύα διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού. Η παράσταση διαθέτει ενδιαφέρουσα και ευφυέστατη σκηνοθετική και σκηνογραφική άποψη, υπέροχους ηθοποιούς, ενώ θέτει το κοινό σε προβληματισμό για τα επί σκηνής, και όχι μόνον, τεκταινώμενα. 

Photo Credit: Εβίτα Σκουρλέτη

Διαβάστε επίσης: 

Οι Δούλες, του Ζαν Ζενέ σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα στο θέατρο Αποθήκη

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ